Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Βραβεία Τουρισμού "Philoxenia Tourism Awards 2011"

Ψηφίστε τους αγαπημένους σας τουριστικούς προορισμούς και κερδίστε ταξίδια και διαμονές στα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας.
Η Διεθνής Τουριστική Έκθεση Philoxenia, που θα πραγματοποιηθεί φέτος από 18 - 20 Νοεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, διοργανώνει για 6η φορά τα Βραβεία Τουρισμού και προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να λάβει μέρος στην επιλογή των κορυφαίων.
Όλοι όσοι συμμετάσχουν στην ψηφοφορία, θα λάβουν
μέρος στην κλήρωση ταξιδιών.

Συμπληρώστε τη φόρμα με ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ και
επιστρέψτε την ταχυδρομικώς ή με φαξ ή συμπληρώστε
ηλεκτρονικά ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ στο διαδίκτυο:

http://www.philoxenia.travel/tourismawards2011







http://www.helexpo.gr/philoxenia/2011/awards/vote_Tourism_Awards_2011.pdf

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Πολλά φώτα στην είσοδο του χωριού... στο Σέλι

Παρασκευή βράδυ, στο Σέλι, στην είσοδο του χωριού, στο "χώρο στάθμευσης". Το χωριό έρημο, το ίδιο και ο χώρος από αυτοκίνητα. Έτσι θα είναι από εδώ και πέρα, μέχρι το καλοκαίρι. Όμως τα φώτα αναμένα. Για ποιον άραγε;γιατί τόσα φώτα; θα μπορούσε και με πολύ λιγότερα να φωτίζεται ο χώρος. Οικονομία...
Ας το δει ο Δήμος, οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Αυτή είναι η Ελλάδα...

Διονύσης Σαββόπουλος - Μακρύ Ζεϊμπέκικο Για Το Νίκο






Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος


Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι
Σκιές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε πιο στενό κελί
ψηλά με πέπλα αίματος Χλιμίντριζε η Σελήνη
Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη

Γεννήθηκε σ' ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλυστρούν στου Άδη το πανί
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναπλεγμένη

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ' το '45
Κι οι χωρικοί απ' τον φόβο των Αρχών, μακραίναν κι απ' τον γιο
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την Αστυνομία

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
Κυλάει απ' την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγεί;
Θα τρέχει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά Αστυνομία
Για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν' η παρανομία
Νίκο, αγγίζω το στοιχείο σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας
Δυο καταδίκες 6 χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί
Αλλά για να την σώσει αν με νοείς, να λόγου χάρη ήθελε γάμο
Και τότε τού 'παν «έλα σε μάς για να προδώνεις» δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ' την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία
Μα όπου κιαν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλλονίκη τον τσακίσαν
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανά 'ρθε στην Αθηνά, και τότε πιάσαν την μνηστή του
Της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς ώσπου διέκοψε μαζί του

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ' ένα κράτος
Που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά «διαφυγή καμιά»
Κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουκτζίδικων το γκέτο
Βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί, ακόμα λειτουργεί
«ν' ακούω» έλεγε «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»
Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο
Παραγγελιά, και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
Κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει
Παραγγελία, γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη
τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά «δικό μου το κομμάτι»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωής τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα

Έξω απ' την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το 'χαν διαλύσει
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
Με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κίολας το λεπίδι
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν, με μια ταυτότητα να σκύβει
Σφαχτηκαν 3 μαχαίρωσε άλλους 6, φωνές, «ανοίχτε θα μας σφάξουν»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε «εσένα δεν θα σε πειράξουν»
Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο;
Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένοιωσε ότι θα τον δώσουν
«θα φύγω» είπε «με μια βάρκα ν' ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν, ΝΑ!
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες

Τον εκυκλώσαν και από τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα 'δινε σ' αυτούς, και πέταξε μαχαίρι
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι Αστυνόμοι, μα εκείνοι τού 'ριχναν στα πόδια
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του 'δωσε μια με ένα καδρόνι

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως, τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί «παράξενο δεν ήταν»
Η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ'αυτόν, μιαν άλλη απειλή

Τό 'παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου
Μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει «που να σου εξηγώ»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ' αφεντικό και την νοικοκυρά του
Οι δικηγόροι λέγαν «ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του»
Νίκο, χωριό συσκοτισμένων
Νίκο, ποίοι σ' έχουν κυκλωμένο;
Ο ίδιος ξέγραψε απ' αρχής τον εαυτό του, το είπε «πρέπει να πεθάνω»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή τον δικαστών μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του
Καθώς διηγώταν την ζωή του, θαρρούσα δεν θ' αντέξω
Η δική εξελισσόταν μέσα μα η δικαιοσύνη ήταν απ' έξω

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει
Ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση από το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
Σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
Στ' ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της

Η ουρά που αυξάνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλό μανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
Στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία
Στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει
Νίκο, ποτέ δεν θά 'ναι έτσι
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
Καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου

Παραγγελιά (1980) - Η ταινία

Νίκος Κοεμτζής - Η παραγγελία και το "¨μακρύ ζειμπέκικο" του θανάτου


Ήταν Αποκριές, ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου του 1973, όταν στο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως των Αθηνών, «Νεράιδα», η κραυγή «Παραγγελιά ρεεε!» έσχιζε το μουσικό άκουσμα και με την συνοδεία ενός μαχαιριού η νύχτα εκείνη ποτίστηκε με αίμα.
Λίγες ώρες πριν, ο 35χρονος Νίκος Κοεμτζής, μαζί με τον μικρότερο 27χρονο αδερφό του Δημοσθένη, έναν φίλο τους, τον 31χρονο Θωμά Καραμάνη και με την συνοδεία δύο γυναικών, τις Σοφία Χαρατζή και Γιάννα Χρηστάκη, επισκέπτονται το κέντρο όπου τραγουδούσε ο Κώστας Καρουσάκης, αφού προηγουμένως είχαν διασκεδάσει στην ντισκοτέκ «2001». Στον ίδιο χώρο παραβρίσκεται και μια παρέα 15 περίπου αστυνομικών με πολιτικά, εκτός υπηρεσίας, που γιόρταζε τον επικείμενο αρραβώνα ενός εκ των μετέπειτα θυμάτων, του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Ο Κοεμτζής δεν θεώρησε συμπτωματική αυτή την παρουσία, καθώς είχε προηγούμενα με την αστυνομία. Άλλωστε ο ίδιος, είχε πρόσφατα αποφυλακιστεί, εκτείοντας ποινή τριών ετών φυλάκισης επειδή έκλεψε τον εργοδότη του (ο Κοεμτζής ισχυρίστηκε ότι τον έκλεψε επειδή σταμάτησε να τον πληρώνει), ενώ στο παρελθόν είχε καταδικαστεί μαζί με τον αδελφό του και δύο ακόμη άτομα, για 18 διαρρήξεις (ανάλογο παρελθόν είχε και ο τρίτος της παρέας, Θωμάς Καραμάνης). Πίστευε ότι τον παρακολουθούσαν. Ο πατέρας του είχε αντιμετωπίσει διώξεις ως κομμουνιστής και αντάρτης του Εμφυλίου. Στην γενέτειρά του, αντιμετωπίζονταν με κάποια επιφύλαξη, καθώς κουβαλούσε κι αυτός το οικογενειακό «στίγμα», κάτι που τον οδήγησε αρχικά στην Θεσσαλονίκη και στην συνέχεια στην Αθήνα, όπου αφού έκανε διάφορες δουλειές, έμπλεξε και με την παρανομία. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι λόγω των οικογενειακών πολιτικών φρονημάτων κι επειδή δεν δεχόταν να γίνει πληροφοριοδότης, η αστυνομία τού δημιουργούσε προβλήματα, που έφταναν μέχρι και την διάλυση του αρραβώνα του, μετά από πιέσεις που ασκήθηκαν στην μνηστή του και την οικογένειά της. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Κοεμτζής, εκβιαζόμενος, ήταν ήδη «χαφιές» (πληροφοριοδότης) και ήθελε να ξεκόψει (γι’ αυτόν τον λόγο εικάζεται πως παρακολουθούνταν και από ομοφρονούντες του).

Στην παρέα του Κοεμτζή, υπήρχε ήδη κάποια ένταση, καθώς είχε προηγηθεί καβγάς, μεταξύ του Νίκου Κοεμτζή και της φίλης του Σοφίας Χαρατζή, όταν αυτή βγήκε επίτηδες ημίγυμνη στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, για να προκαλέσει τους γείτονες που την έβλεπαν από την απέναντι πολυκατοικία. Το θερμόμετρο ανέβηκε ακόμη περισσότερο, στο νυχτερινό κέντρο όπου μετέβησαν για να διασκεδάσουν και να εκτονώσουν την ένταση, όταν η Σοφία Χαρατζή αρνήθηκε στον Κοεμτζή να την συνοδέψει μέχρι την τουαλέτα (χωρίς πονηρό σκοπό όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος), κάτι που ο αυτός θεώρησε προσβλητικό. Εκνευρισμένος ο Κοεμτζής, τις διώχνει και τις δυο κι έτσι απομένουν στην παρέα, οι τρεις άντρες.
Το σκηνικό του θανάτου στήθηκε, περίπου στις 4 το πρωί, όταν ο Νίκος Κοεμτζής ρώτησε τον τραγουδιστή Θόδωρο Ζαφειράκο, αν ξέρει τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη και έλαβε αρνητική απάντηση, με την διαβεβαίωση ότι θ’ ακούσουν κάποιο άλλο καλό τραγούδι. Κάποιος απ’ την παρέα σχολίασε πως «θα χυθεί αίμα, αν δεν πουν το τραγούδι». Στην συνέχεια, ο Δημοσθένης Κοεμτζής έδωσε παραγγελιά στον Κώστα Καρουσάκη το «χασικλίδικο» τραγούδι «Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν». Ο Καρουσάκης, που εκείνη την ώρα τραγουδούσε το «Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί», απάντησε στον Δημοσθένη Κοεμτζή, ότι την συγκεκριμένη ημέρα δεν δέχονται παραγγελίες και πως μπορούν να χορεύουν όλοι μαζί, ενώ αμέσως μετά φρόντισε ν’ ανακοινώσει απ’ το μικρόφωνο, πως λόγω της Αποκριάς και του μεγάλου αριθμού των πελατών (περίπου 400 άτομα), δεν θα γινόταν δεκτές παραγγελιές. Όταν ανέβηκε ο τραγουδιστής Παναγιώτης Αθανασιάδης στην πίστα, ο Δημοσθένης Κοεμτζής ζήτησε επίμονα και πάλι το «τραγούδι του», ενώ ο Νίκος Κοεμτζής, είχε απειλήσει ότι «δε θα μείνει τίποτε όρθιο», αν δεν γίνει δεκτή παραγγελιά. Ο Δημήτρης Σχίζας, ιδιοκτήτης κι ένας εκ των μετρ της Νεράιδας, επειδή ήθελε ν’ αποφύγει τις φασαρίες, τους καθησύχασε κι έτσι έγινε κατ’ εξαίρεση δεκτή η παραγγελία. Παρ’ όλη την διαβεβαίωση όμως του Σχίζα, ο Δημοσθένης Κοεμτζής πλησίασε τον Αθανασιάδη, και του ψιθύρισε στ’ αυτί «Φίλε, θέλω παραγγελιά «Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν, και πως θα μαστουριάζω. Τον αίτιο, τον σουπιατζή, θα τόνε σουγιαδιάσω»». Ο Αθανασιάδης δεν προέβαλλε αντίρρηση κι σε λίγο άρχισε να το τραγουδάει.
Όταν σηκώθηκε να χορέψει το ζεϊμπέκικο ο Δημοσθένης Κοεμτζής, η πίστα δεν είχε αδειάσει, σύμφωνα και με τον άγραφο νόμο, που θέλει τον χώρο αυτό αποκλειστικά στην διάθεση αυτού που κάνει την παραγγελιά. Ο Τάκης Αθανασιάδης, με υπόδειξη του Νίκου Κοεμτζή, φώναξε απ’ το μικρόφωνο πως το τραγούδι είναι «παραγγελιά». Ο χώρος αρχίζει ν’ αδειάζει. Παραμένουν όμως 5-6 θαμώνες, μεταξύ των οποίων και δυο αστυνομικοί, που συνεχίζουν να χορεύουν, κατ’ επιθυμίαν του ενός εξ αυτών (Δημήτρης Πεγιάς), που ήθελε «να φέρει δυο βόλτες ακόμη» και να φύγει με την παρέα του, που ήταν έτοιμη για αναχώρηση. Ο Δημοσθένης Κοεμτζής, παίρνει τότε το μικρόφωνο και φωνάζει επιτακτικά «Καθήστε κάτω ρε! Είπαμε, παραγγελιά!». Οι αστυνομικοί, όπως και άλλοι θαμώνες, τον αγνοούν και εξακολουθούν να χορεύουν το «τραγούδι του». Μεσολαβεί και πάλι ο Σχίζας κι αφού παρακαλεί τους θαμώνες να κατέβουν απ’ την πίστα, δίνει εντολή στον Αθανασιάδη, να ξαναπεί το τραγούδι απ’ την αρχή. Σε κάποια στιγμή ο Δημοσθένης Κοεμτζής, σπρώχνει έναν «χοντρό», όπως τον αποκαλούσε, και του δίνει μια γροθιά. Ακολουθεί συμπλοκή, ώσπου κάποιοι θαμώνες τραβούν τον Δημοσθένη Κοεμτζή και τον σέρνουν πάνω στα σπασμένα πιάτα, για να τον βγάλουν έξω από την πίστα και να προλάβουν τα χειρότερα. Ο αδερφός του βλέποντας την σκηνή αυτή και το σκισμένο σκάκι του αδερφού του, και νομίζοντας, όπως ισχυρίστηκε, ότι τον σκοτώνουν, βγάζει έναν σουγιά (σύμφωνα με μαρτυρίες, απ’ το μανίκι του) και σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας «Παραγγελιά ρεεε!» ορμά και αρχίζει να χτυπά αδιακρίτως όσους βρίσκονταν πάνω στην πίστα εκείνες τις στιγμές. Ακολουθούν σκηνές πανικού, ενώ πολλοί θαμώνες δεν συνειδητοποιούν αμέσως τι συμβαίνει. Το αποτέλεσμα: Τρεις νεκροί (δύο αστυνομικοί· οι Μανώλης Χριστοδουλάκης, Δημήτρης Πεγιάς, κι ένας πολίτης· ο Γιάννης Κούρτης) και επτά τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο φίλος τού Νίκου Κοεμτζή, Θωμάς Καραμάνης, που προσπάθησε να τον εμποδίσει. Αξίζει ν’ αναφερθεί, ότι ο Γιάννης Κούρτης πλήρωσε με την ζωή του, την προσπάθειά του να σώσει τον τραγουδιστή Αθανασιάδη, όταν είδε τον Νίκο Κοεμτζή να ορμά κατά πάνω του με το μαχαίρι για να τον σκοτώσει.
Ο Κοεμτζής, συναισθανόμενος το μέγεθος του εγκλήματός του, σπεύδει να εξαφανιστεί μαζί με τον αδελφό του, αφού προηγουμένως φροντίζει να τον καθησυχάσει, λέγοντάς του: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν». Η αστυνομία κινητοποιείται και λίγες ώρες αργότερα, γνωρίζοντας την ταυτότητα του δράστη, καθώς του είχε πέσει η αστυνομική ταυτότητα στην προσπάθειά του να διαφύγει, ο Νίκος Κοεμτζής συλλαμβάνεται κρυμμένος στον ημιώροφο ενός εργαστηρίου.
Εφημερίδα «Μακεδονία» (27-2-1973) - Η σύλληψη του Νίκου Κοεμτζή.
Ακολουθεί η δίκη, στην οποία δίνεται μεγάλη δημοσιότητα. Οι εφημερίδες της εποχής χαρακτήριζαν τον Κοεμτζή ως «αιμοβόρο κτήνος», ενώ οι μεγάλοι εγκληματίες απέκτησαν το προσωνύμιο «Κοεμτζήδες». Η υπερασπιστική γραμμή, προσπάθησε να επικαλεστεί ως ελαφρυντικό στοιχείο δήθεν «ψυχική διαταραχή» του δράστη, κάτι το οποίο δεν έγινε δεκτό απ’ το δικαστήριο. Οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν πως δεν είχαν καμμία πρόθεση να συμπλακούν με τον Κοεμτζή, επικαλούμενοι την αστυνομική τους ιδιότητα, με τον οποίο δεν είχαν σχέση, ενώ δήλωσαν πως αμέσως μετά τον χορό των δυο συναδέλφων τους, ήταν έτοιμοι ν’ αποχωρήσουν απ’ το κέντρο. Οι αδελφοί Κοεμτζή ισχυρίστηκαν πως ήταν μεθυσμένοι. Ο Νίκος Κοεμτζής επαναλάμβανε πως «δεν θυμόταν» κι ότι έβλεπε «τα πάντα θαμπά», ενώ ο Δημοσθένης Κοεμτζής ότι «τα είχε χαμένα». Ο Νίκος Κοεμτζής, όπως έγραψε αργότερα και στην αυτοβιογραφία του, προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του και το απονενοημένο της στιγμής, λέγοντας πως τον εξαγρίωναν η αστυνομική στολή και οι αστυνομικοί, καθώς είχε γίνει μάρτυρας ξυλοδαρμών του πατέρα του και του ανάπηρου παππού του απ’ τις αστυνομικές αρχές ασφαλείας λόγω των κομμουνιστικών τους φρονημάτων. Την ίδια διαπίστωση είχε κάνει και ο εισαγγελέας Πολυχρονόπουλος, όταν κατά την αγόρευσή του, περιέγραψε τον Κοεμτζή ως «αιμοσταγή λαίλαπα και φρικαλέο κακούργο, τρέφοντα μίσους κατά παντός αστυνομικού οργάνου». Η καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 12 Νοέμβριου του 1973, μετά από τετραήμερη ακροαματική διαδικασία: Τρις εις θάνατον και οκτώ φορές ισόβια. Ο αδερφός του, Δημοσθένης καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, ενώ ο τρίτος της παρέας, Θωμάς Καραμάνης, αθωώθηκε. Ο Κοεμτζής δέχθηκε την απόφαση χαμογελώντας ειρωνικά, αν και ζήτησε συγνώμη απ’ τις οικογένειες των θυμάτων, δηλώνοντας έτοιμος να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο αδερφός του, Δημοσθένης, στο άκουσμα της θανατικής ποινής, ξέσπασε σε κλάματα. Ο Κοεμτζής οδηγήθηκε στις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού στην Κρήτη, όπου για τρία χρόνια, περίμενε την ημέρα που θα οδηγηθεί μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, καθώς η θανατική ποινή, τυπικά εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, και το 1977 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά. Είχε προηγηθεί το 1976 η μεταγωγή του στις πειθαρχικές «φυλακές κολάσεως» της Κέρκυρας, όπως τις αποκαλούσε ο ίδιος, όπου κρατήθηκε μέχρι το 1982.
Λίγο αργότερα, ο Κοεμτζής κατά κάποιον τρόπο ηρωοποιείται, καθώς η ιστορία του έγινε θέμα καλλιτεχνικών έργων. Έτσι, το 1979, ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος, αφού διαβάζει την αυτοβιογραφία του, που ο Κοεμτζής έγραψε στην φυλακή, γράφει γι’ αυτόν το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» (δίσκος «Ρεζέρβα»), ένα αργό και μονότονο τραγούδι, διάρκειας δεκατριάμισυ λεπτών περίπου, με έναν στίχο χωρίς ρεφρέν (μέρος 1 και 2).

Έναν χρόνο αργότερα, το 1980, ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσσιος, εμπνευσμένος από το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Σαββόπουλου, σκηνοθετεί την ταινία «Παραγγελιά», με τον Αντώνη Αντωνίου στον ρόλο του Νίκου Κοεμτζή και του Αντώνη Καφετζόπουλου, στον ρόλο του αδερφού του Δημοσθένη. Την ταινία «έντυσε» με την μουσική τού Κυριάκου Σφέτσα και στίχους της ηθοποιού Κατερίνας Γώγου. Οι επίμαχες σκηνές δεν απεικονίζουν πιστά τα γεγονότα. Το επίμαχο τραγούδι «Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν», στην ταινία αντικαταστάθηκε από το «Αντιλαλούν οι φυλακές», σε ερμηνεία Γιώργου Καμπουρίδη, ενώ οι αστυνομικοί εμφανίζονται να ανεβαίνουν προκλητικά κι εκ των υστέρων στην άδεια πίστα, μετά τον Δημοσθένη Κοεμτζή (Αντώνη Καφετζόπουλο).
Ο Νίκος Κοεμτζής αποφυλακίστηκε υπό όρους αφού εξέτισε 23 χρόνια ποινής, στις 29 Μαρτίου 1996, απ’ τις φυλακές Αγίου Στεφάνου της Πάτρας, δηλώνοντας μεταμελημένος. Ο Κοεμτζής είχε την υποχρέωση παραμένει στον τόπο καταγωγής του (Αιγίνιο Πιερίας) και να παρουσιάζεται δυο φορές τον μήνα στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Λίγο έλειψε όμως, να οδηγηθεί ξανά στην φυλακή, όταν μια πράξη του θεωρήθηκε προκλητική και προσβλητική για την μνήμη των νεκρών που άφησε πίσω του: Ο Κοεμτζής αντί να μεταβεί στην Πιερία όπως πρόσταζαν οι τότε όροι αποφυλάκισης, παρέμεινε στην Αθήνα και μια από τις πρώτες του κινήσεις, ήταν να πάει στο ίδιο κέντρο για να χορέψει την παραγγελιά που την είχαν χαλάσει 23 χρόνια πριν. Αργότερα, -όπως λέγεται- προσπάθησε ανεπιτυχώς να ζητήσει αναψηλάφηση της δίκης του, επικαλούμενος ένα δημοσίευμα σκανδαλοθηρικής εφημερίδας (Εσπρέσσο) που έγραφε ότι η μουσική μπορεί να ενεργήσει στον άνθρωπο ως ναρκωτικό.
Ο Νίκος Κοεμτζής, έκτοτε ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του (Νίκος Κοεμτζής – Το μακρύ ζεϊμπέκικο), υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα, στο κέντρο της Αθήνας και στο Μοναστηράκι, αφού ο Δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητού. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο πεζοδρόμιο που πωλούσε το βιβλίο του, σε ηλικία 74 ετών.

www.pare-dose.net


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

10 χρόνια από την ημέρα που... άλλαξε ο κόσμος



Λεπτό προς λεπτό το χρονικό της τραγωδίας που συγκλόνισε την ανθρωπότητα

08:46, Νέα Υόρκη: Ενα Boeing της American Airlines που κατέλαβαν αεροπειρατές αμέσως μετά την απογείωσή του από τη Βοστόνη προσκρούει με ταχύτητα 790 χλμ./ώρα στον βόρειο πύργο του World Trade Center(WTC). Οι πάνω όροφοι (93ο-99ο) διαλύονται και τυλίγονται στις φλόγες.

9:03: Ενα δεύτερο Boeing, που είχε επίσης απογειωθεί από τη Βοστόνη, πέφτει με 950 χλμ./ώρα στον νότιο πύργο του WTC μεταξύ 77ου και 85ου ορόφου.

9:05, Σαρασότα, Φλόριντα: Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους διαβάζει ένα παραμύθι στα παιδιά ενός δημοτικού σχολείου, όταν του ψιθυρίζουν: "Ενα δεύτερο αεροπλάνο έπεσε στον δεύτερο πύργο. Δεχόμαστε επίθεση". Ο πρόεδρος συνεχίζει για αρκετά λεπτά να διαβάζει.

9:30: Ο Μπους ανακοινώνει στους μαθητές ότι πρέπει να φύγει γιατί συνέβη μια "εθνική τραγωδία".

9:35: Ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι φυγαδεύεται από τον Λευκό Οίκο σε ασφαλές καταφύγιο.

9:37: Boeing της American Airlines που έχουν καταλάβει οι αεροπειρατές μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο Ντάλας της Ουάσιγκτον, συντρίβεται στο Πεντάγωνο.

9:42: Οι αρχές της Πολιτικής Αεροπορίας κλείνουν τον αμερικανικό εναέριο χώρο.

9:59: Ο νότιος πύργος του WTC καταρρέει τυλιγμένος στις φλόγες σβήνοντας κάθε ίχνος DNA εκατοντάδων θυμάτων.

10:03, Σάνκσβιλ, Πενσιλβάνια: Boeing της United Airlines, που απογειώθηκε από το Νιούαρκ (Νιου Τζέρσι), συντρίβεται σε έναν αγρό. Επιβάτες που είχαν ενημερωθεί μέσω κινητών για την τραγωδία στο WTC αντιστάθηκαν στους αεροπειρατές.

10:28: Καταρρέει ο βόρειος πύργος του WTC.

11:15: Κλείνει η Wall Street.

13:04, Λουιζιάνα: Ο Μπους μεταφέρεται στη στρατιωτική βάση Μπαρκσντέιλ και κηρύσσει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις σε κατάσταση μέγιστου συναγερμού επισημαίνοντας: "Σήμερα το πρωί η ελευθερία δέχτηκε επίθεση".

13:27, Ουάσιγκτον: Ο δήμαρχος Αντονι Ουίλιαμς κηρύσσει την πρωτεύουσα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

15:35: Αμερικανός αξιωματούχος δηλώνει ότι η οργάνωση Αλ Κάιντα του Οσάμα Μπιν Λάντεν θεωρείται ύποπτη.

18:54: Επιστροφή του Μπους στον Λευκό Οίκο.

20:30: Ο Αμερικανός πρόεδρος υπόσχεται ότι οι υπεύθυνοι θα βρεθούν και ότι δεν θα αντιμετωπιστούν διαφορετικά οι τρομοκράτες από εκείνους που τους βοήθησαν.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

145.207.138,00 ευρώ οι μεγαλοοφειλέτες της Ημαθίας

Με ένα γρήγορο υπολογισμό, από τους πίνακες δημοσιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών νομικών προσώπων προς το Δημόσιο, της Γ.Γ.Π.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών, προκύπτει ότι 54 επιχειρήσεις του Νομού μας, οφείλουν 145.207.138,00 ευρώ.
Βλέπει κάποιος κυρίως επιχειρήσεις κλωστουφαντουργίας, φρούτων, αυτοκινήτων, τεχνικές εταιρίας, Αγροτικούς Συνεταιρισμούς. Επιχειρήσεις που πριν λίγα χρόνια ανθούσαν στον τομέα τους. Τώρα μάλλον δεν έχουν να δώσουν κάτι άλλο.



Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Μια συγκλονιστική ιστορία: Πατέρα εσύ με σκότωσες...

Οδηγώντας σε μια μεγάλη λεωφόρο, μπροστά στα μάτια μιας κυρίας έγινε ένα τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ένας νέος. Με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων, έβαλαν στο αυτοκίνητό της το παλικάρι, περίπου 20 ετών, να το μεταφέρει στο εφημερεύον νοσοκομείο.

Το παλικάρι αιμορραγούσε, η κυρία έφτασε στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι τραυματιοφορείς της βάρδιας το πήραν μέσα. Μπήκε μαζί τους και η κυρία, για να μάθει ποιος είναι, και να ειδοποιήσει τους συγγενείς του. Οι γιατροί της βάρδιας διέγνωσαν πως έπρεπε να μπει επειγόντως στο χειρουργείο. Ειδοποίησαν τον χειρούργο, ο οποίος για να τον χειρουργήσει ήθελε 1.000 ευρώ! Το είπαν στην κυρία η οποία τους είπε τι ακριβώς συνέβη και ότι δεν γνώριζε το παλικάρι.

Εξήγησαν στον γιατρό, αλλά αυτός ανένδοτος, ήθελε τα χρήματα!
Η κυρία βλέποντας το παλικάρι να αργοπεθαίνει, είπε: Ξεκινήστε να το σώσετε και πάω να σας φέρω τα χρήματα!

Η κυρία πράγματι έφερε τα χρήματα και τότε ήρθε ο γιατρός.

Όμως τί ειρωνεία! Τί οδυνηρό παιχνίδι του φύλαξε αυτή τη νύχτα η αγάπη του για τα χρήματα!

Με το που είδε το παλικάρι, έμεινε ακίνητος, κιτρίνισε, άσπρισε πήρε το χρώμα του νεκρού. Έπεσε πάνω στο παιδί ουρλιάζοντας! Και το παιδί είπε τις τελευταίες του λέξεις:

-Πατέρα με σκότωσες και ξεψύχησε.
Η κυρία συγκλονισμένη από αυτό το συμβάν πέταξε τα χρήματα στα μούτρα του γιατρού και του είπε:
-Παρ' τα, να κάνεις την κηδεία του παιδιού σου!

Σημειωτέον πως ήταν το μόνο παιδί που είχε...

www.tro-ma-ktiko.blogspot.com