Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Το χρονικό της Απελευθέρωσης της Βέροιας από τους Τούρκους

του δάσκαλου, Μάκη Δημητράκη*

Το όνειρο για λευτεριά που οι Βεροιώτες αλλά και όλοι οι Βορειοελλαδίτες οραματίζονταν έγινε πραγματικότητα κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Στις 3 Οκτωβρίου 1912 τα σύνορα «έσπασαν» και ο Ελληνικός Στρατός ξεχύθηκε στους ανοιχτούς ορίζοντες της Μακεδόνικης γης.
Από μέρες όλα έδειχναν ότι δε θα αργούσε να έρθει το «Ελληνικό» και στη Βέροια. Λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της πόλης οι Τούρκοι κάτοικοι και ιδιαίτερα οι προύχοντες πανικοβλήθηκαν γιατί φοβήθηκαν ότι κινδύνευε η ζωή τους. Μάζεψαν όσα πράγματα μπορούσαν και ετοιμάστηκαν να φύγουν με το σιδηρόδρομο για τη Θεσσαλονίκη.

Μεσολάβησε όμως ο Μητροπολίτης Καλλίνικος Δεληκάνης και σε συνεννόηση με τον Τούρκο δήμαρχο Χαλήλ Αλή Βέη έγινε σύσκεψη Ελλήνων και Τούρκων στην οποία αποφασίστηκε να καλύψει η μια Εθνότητα την άλλη από άποψη ασφάλειας και ακεραιότητας της ζωής και της περιουσίας όλων. Προς το σκοπό αυτό συστήθηκε και μικτή πολιτοφυλακή που ανέλαβε το έργο αυτό που εκτέλεσε μάλιστα με επιτυχία αφού η απελευθέρωση της Βέροιας έγινε εντελώς αναίμακτα.
Ήταν 8 το πρωί της 16ης Οκτωβρίου 1912, ημέρα. Τρίτη, όταν μπήκε στην πόλη ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός. Ήταν ο ίλαρχος Πέτρος Μάνος, επικεφαλής της Ημιλαρχίας της 4ης Μεραρχίας. Οι Έλληνες παραληρούσαν από χαρά και έκλαιγαν ψάλλοντας ή αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη»!! Την ίδια ώρα έφευγε με τρένο για τη Θεσσαλονίκη το τελευταίο τουρκικό τάγμα.
Όλος ο πληθυσμός της πόλης βγήκε στους δρόμους. Πολλοί βγήκαν από τις δυτικές εξόδους της πόλης για να προϋπαντήσουν τους απελευθερωτές. Στην πλατεία Ωρολογίου είχε συγκεντρωθεί ο μεγαλύτερος όγκος του πληθυσμού. Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι.
Όταν μπήκε ο Διάδοχος και το Επιτελείο προκλήθηκε πανζουρλισμός. Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι έσπευσαν να του δηλώσουν το «καλώς ήρθε» και την υποταγή τους αντίστοιχα. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα των σπιτιών οι Βεροιωτοπούλες δακρυσμένες από χαρά και ενθουσιασμό έραιναν τους ελευθερωτές με λουλούδια, κουφέτα και ρύζι. Πολλοί από τους κατοίκους πλησίαζαν και φιλούσαν τις μπότες του Διαδόχου και των Επιτελών καθώς και τα άλογα τους.
Στην επίσημη παράδοση της πόλης από το Μητροπολίτη στο Διοικητήριο συμμετείχε και ο Τούρκος δήμαρχος της Βέροιας.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας όλη η Μεραρχία είχε στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη. Το 8° σύνταγμα μπήκε στην πόλη και ο 11ος λόχος του 3ου τάγματος, του συντάγματος αυτού, ανέλαβε τη φρούρηση της πόλης έχοντας επικεφαλή το Χρυσομάλλη. Ο 9ος λόχος του Λυμπερόπουλου βρέθηκε στην τουρκική συνοικία.
Πολλοί από τους στρατιώτες ήταν ανυπόμονοι να μάθουν αν υπήρχε φαγί, κρασί και αν στην πόλη υπήρχαν μαγαζιά που πουλάνε ρούχα. Τμήμα του στρατού μπήκε στον τουρκικό στρατώνα που ήταν σε ύψωμα που επιτηρούσε την πόλη και βρήκε ένα σωρό πράγματα που από τη βιασύνη τους άφησαν οι Τούρκοι φεύγοντας. Βρήκαν κουβέρτες, όπλα, χάρτες ακόμα και σχέδια αμυντικών έργων της Κωνσταντινούπολης.
Τα σπίτια άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους. Τα βαρέλια με τα κρασιά ανοίχτηκαν και οι φούρνοι των μαχαλάδων και οι κουζίνες των σπιτιών έψηναν συνεχώς φαγητά και ψωμί, μια και υπήρχαν πολλοί στρατιώτες που ήταν νηστικοί από αρκετές ημέρες.
Μόλις άνοιξαν τα μαγαζιά, οι χιλιάδες στρατιώτες ρίχτηκαν στην αγορά ενώ δεν έλειψαν περιπτώσεις πλιάτσικου που τιμωρήθηκαν από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο που κρατούσε την πειθαρχία σε υψηλό επίπεδο.
Ο καιρός ήταν καλοκαιρινός και πολλοί στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία να αλλάξουν ασπρόρουχα και να μπουγαδιάσουν τα λερωμένα. Νερά έρεαν σε όλη την πόλη. Άλλοι ξαπλωμένοι στη χλόη έγραφαν στα σπίτια τους.
Αργά το απόγευμα αυτής της ιστορικής μέρας στο Μητροπολιτικό Ναό έγινε χειροτονία σε αρχιμανδρίτη του στρατιωτικού ιερέα Παντελεήμονα Φωστίκη (μετέπειτα Μητροπολίτη Χίου) μετά από απαίτηση του στρατεύματος αφού ο ιερέας επέδειξε εξαιρετική φροντίδα στις μέχρι τότε μάχες.
Τη νύχτα της εισόδου του στρατού, η πόλη από τη μια ως την άλλη άκρη γιόρταζε. Τα καφενεία μεταβλήθηκαν σε νυχτερινά κέντρα γλεντιού και διασκέδασης. Πολλοί στρατιώτες που οι μονάδες τους είχαν στρατοπεδεύσει στα γύρω υψώματα «το ‘σκασαν» για να γλεντήσουν.
Στο μεταξύ έφτασε στην πόλη ο Βασιλιάς Γεώργιος που κατέλυσε στο σπίτι του Α. Καμπίτογλου. Ο Διάδοχος έμεινε στο σπίτι του Γιάγκου Σακελλαρίδη και οι Επιτελείς στο σπίτι του γιατρού Στέργιου Μάρκου.
Την επόμενη μέρα στη Μητρόπολη τελέστηκε κατανυκτική δοξολογία στην οποία παραβρέθηκαν ο Διάδοχος, οι πρίγκιπες, το Επιτελείο, ο Δήμαρχος (αν και μουσουλμάνος), οι πρόκριτοι και πλήθος κόσμου.

*Από ανέκδοτο έργο του για τη Βέροια

Δεν υπάρχουν σχόλια: