Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μαγαζάκια της Παλαιάς Μητρόπολης *του Ορέστη Σιδηρόπουλου

Ο ιστορικός πλάτανος της Κεντρικής οδού (κάποτε «οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου του Ελευθερωτού) ήταν ένα γοητευτικό πολύκλαδο δέντρο. Οι παλαιότεροι δεν ξεχνούν την προστατευτική δροσιά που παρείχε στους διαβάτες τις μέρες του καλοκαιριού. Δροσιά που αποτελούσε θείο δώρο για τα καταστήματα της περιοχής και που την απολάμβαναν ιδιαίτερα οι πολυπληθείς θαμώνες των δύο γειτονικών καφενείων: του «Σιταρά» και του «Πέτρου».
Τον χαρακτηρισμό «ιστορικός» προσέδωσαν στον πλάτανο εθνικές συγκυρίες. Στα κλαδιά του οι Οθωμανοί κρέμασαν το Μητροπολίτη Αρσένιο και τους προύχοντες της Βέροιας, επειδή αντιστάθηκαν στους Ασιάτες κατακτητές κατά τη διάρκεια της άλωσης στο έτος 1430.

Σήμερα ο πλάτανος σε τίποτε δε θυμίζει το θαλερό δέντρο που υψώνονταν στην ίδια θέση μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Οι αξιοκατάκριτες επιλογές κάποιων δημοτικών αρχόντων μεταπολεμικά, οδήγησαν σε παραμορφωτικούς ακρωτηριασμούς και στη θλιβερή τωρινή του εικόνα.
Τον πλάτανο συντρόφευε το πολιτιστικό θρησκευτικό δημιούργημα του 11ου αιώνα: Ο τρίκλιτος Βυζαντινός Μητροπολιτικός ναός, που έκλεισε τις θύρες του για τους πιστούς ορθόδοξους Βεροιείς και για όλον τον Χριστιανικό κόσμο για να γίνει τέμενος Οθωμανών. Το μεγαλείο του άρχισε να χάνεται. Κάποτε αφανίστηκε το νότιο κλίτος του. Πότε; Γιατί; Καμία πληροφορία δε διασώθηκε. Ίσως να κατεδαφίστηκε για να εξασφαλιστεί το οικοδομικό υλικό με το οποίο έκτισαν οι Τούρκοι το Μιναρέ τους.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια. Η αγορά της Τουρκοκρατούμενης ακόμη πόλης ασφυκτιούσε. Ήθελε τα μαγαζιά της και αναζητούσε χώρους στους οποίους θα τα οικοδομούσε.
Κάποιοι ανακάλυψαν τους χώρους αυτούς μπροστά στην πρόσοψη της εκκλησίας: «Έτσι κι αλλιώς δε λειτουργεί». Στο άψε-σβήσε, τα μαστόρια του τόπου επί το έργον. Άρχιζαν τα ξημερώματα και το μαγαζί, μέχρι το ηλιοβασίλεμα, ήταν στημένο. Δεν ήθελε άλλωστε πολλά πράγματα.
Την επόμενη μέρα, μια χειρόγραφη επιγραφή έδινε το στίγμα του νέου καταστήματος. Μπροστά στη τζαμόπορτα, καμαρωτός ο ευτυχής ιδιοκτήτης, ανέμενε γεμάτος προσδοκίες την πελατεία του. Στο μήκος των 38 μέτρων, όσο ήταν το περιτοίχισμα της βόρειας πλευράς, μια σειρά απαστράπτοντες χώροι, εξασφάλιζαν σε δέκα οικογένειες το ψωμί τους.
Κανείς δε λογάριασε πως οι αυθαίρετες και ακαλαίσθητες αυτές κατασκευές, που δυστυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν, στερούσαν μέρος από την αίγλη του Μνημείου. Κάτι που δεν αντιλαμβανόταν ο περαστικός, αφού τα μαγαζάκια έκρυβαν παντελώς όλη τη βόρεια πλευρά του ναού.
Το περιτοίχισμα δεν το έβλεπα κι εγώ που ήμουν καθημερινά στην οικογενειακή επιχείρηση του αρτοποιείου μας. Έβλεπα όμως σε καθημερινή βάση τη σειρά των μαγαζιών και θα προσπαθήσω να περιγράψω τους χώρους, αναφέροντας τα χαρακτηριστικά τους και τα ονόματα των επαγγελματιών.
Έζησα με τους ανθρώπους αυτούς. Πιτσιρικάς εγώ, και πάντα πρόθυμος για μικροθελήματα, με τα οποία τους εξυπηρετούσα, εισπράττοντας φυσικά και κάποιο μικρό φιλοδώρημα κάθε φορά.
Θα προσπαθήσω να αφυπνίσω τη μνήμη μου και να σας ξεναγήσω, περιγράφοντας τη διαδρομή μου, όπως τη βίωνα κάθε πρωί, τότε που το σχολείο ήταν κλειστό κι εγώ περνούσα τα πρωινά μου, πουλώντας ψωμιά στο αρτοποιείο μας και κάνοντας θελήματα της γειτονιάς. Ήμουν, όπως είπαμε, το παιδί για όλες τις δουλειές.
Πρώτη στάση το γαλακτοζαχαροπλαστείο του Μαργαρίτη. Ιδιοκτήτης ο πολύτεκνος Θανάσης Μαργαρίτης, που ήθελε τις άσπρες φραντζόλες για το βουτυρόμελο των πρωϊνών πελατών όσο το δυνατόν πιο νωρίς!
«Μου άργησες πάλι!». Κι ας είχα στερηθεί τον πρωϊνό μου ύπνο εγώ για να μην ακούσω τα παράπονά του. Δεν έβγαζα τσιμουδιά όμως. Ήξερα πως λίγο πριν φύγω, θα μου είχε σερβίρει ένα τροφαντό φοινίκι, από εκείνα που μόνον αυτός ήξερε να κατασκευάζει.
Φεύγοντας, πάντα βιαστικά, μοίραζα την καλημέρα μου στα δύο νοικοκυρεμένα καταστήματα που ακουμπούσαν κι αυτά στον αφανή τοίχο της εκκλησίας. Ήταν το παντοπωλείο του Σταυρίδη και το κατάστημα νεωτερισμών του Μπαζάκα. Βασίλης και ο πρώτος και ο δεύτερος. Ήταν πάντα και οι δυο τους προσηνείς και καλοσυνάτοι. Οι ευπατρίδες της περιοχής.
Σε μία κώχη που φιλοξενεί την αρχή του μιναρέ, καθισμένος μπροστά στο μπάγκο που επιτελούσε χρέη εργαστηρίου υποδηματοποιίας, μας περιμένει το χαμόγελο του Απόστολου Ανδρεάδη. Αναμφιβόλως, επρόκειτο για τον πιο επιδέξιο και πιο συμπαθητικό μπαλωματή των Βαλκανίων. Εδώ θα σταματήσουμε. Όχι μόνο για να μας πληροφορήσει πως οι σόλες των παπουτσιών που του παραγγείλαμε δεν είναι ακόμη έτοιμες, αλλά και για να ακούσουμε το σπαρταριστό πάντα ποντιακό ανέκδοτό του. Αξέχαστε, καλόκαρδε φίλε Απόστολε!
Βιαστικοί, γιατί με περιμένει ο πατέρας μου ο φούρναρης στο αντικρινό πεζοδρόμιο, θα περάσουμε κάτω από τα παραθύρια που φιλοξενούν τα γραφεία των Προσκόπων και το εντευκτήριο της Χριστιανικής Ένωσης. Στο πρώτο πρόσθετο παράπηγμα, θα με σταματήσει ο Μποτόσης ο Φωτόπουλος μπροστά στην είσοδο του μανάβικού του. Έρχεται ο μποσταντσής: Μη φεύγεις μακριά!». Κατάλαβα. Θα βοηθούσα στο ξεφόρτωμα. Κι αφού περιεργαστώ για μία ακόμη φορά τις δύο αφίσες του Μποτόση («ο πωλών της μετρητοίς» και «ο πωλών επί πιστώσει»), θα με αρπάξει ο διπλανός μαγαζάτορας: Ο κρεοπώλης της γειτονιάς. Ποιος από τους δύο; Ο Κότσυφας; Ο Βουτσιλάς; Δεν έχει σημασία. Θα με θυμίσει πως οι ζέστες του καλοκαιριού έσφιξαν και πως κάποιες νοικοκυρές περιμένουν το κασαπόχορτο με τον κιμά στο σπίτι τους.
Στο επόμενο μαγαζί, ο Νίκος ο Λοκοβόπουλος, ο ρολογάς, με περιμένει. Σήμερα είναι η μέρα που θα κουρντίσει τα μεγάλα ρολόγια (εκείνο του δικαστηρίου και το άλλο, της Μεγάλου Αλεξάνδρου) και με θέλει να κρατήσει το μαγαζί όσο θα λείπει.
Σας κούρασα, όμως υπάρχουν δύο κατασκευές ακόμη, που καλύπτουν την εκκλησία και που κάτω από το σουβά τους κρύβουν το καλλιτεχνικό ντουβάρι του Μνημείου. Είναι το κουρείο του Μήτσου και το δικηγορικό γραφείο του Τσαρπαλή που αργότερα το πήρε ο Γαβριήλ ο Χριστοφορίδης. Λόγιος ο Γαβρίλος, με τίμησε κάποτε με μια εξαίρετη ποιητική συλλογή που εξέδωσε…
Αγαπητέ αναγνώστη, αν είσαι κι εσύ «παληός», ίσως ανακαλύψεις κάποια λαθεμένα στοιχεία. Μην το πεις σε κανέναν. Ούτε σ’ εμένα. Άσε με να πιστεύω πως η μνήμη δε μ’ έχει εγκαταλείψει ακόμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: