Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Ιστορίες ντι Σέλια (2η)

Πριν από κάμποσα χρόνια, τις χιονισμένες νύχτες του τελευταίου δεκαήμερου του Δεκέμβρη, μετά το τάβλι στου Καραφόλα, καλαμπουρίζαμε με κεφαλή της παρέας τον σχωρεμένο φύλακα και υδραυλικό τον Τόλη, με πρίμο σεγόντο τον δασοφύλακα τον Αποστόλη, τον εδωδιμοπώλη μας το Γιώργο, τον σεφ αλλά και μαίτρ των ύπουλων πειραγμάτων, συμμαθητή μου και ιδιοκτήτη του οικήματος Γιάννη, τον φωνακλά κυνηγό αγριογούρουνων Γιάννη και άλλους.
Μόλις εμφανίζονταν καμία παρέα ξένων που έρχονταν στο Σέλι για σκι, αρχίζαμε τα πειράγματα με τον Τόλη, τον υδραυλικό, πόσους Βόρειους Κορεάτες σκότωσε, γιατί ήταν εθελοντής στο εκστρατευτικό σώμα, υπό τας διαταγάς του συγχωριανού μας Συνταγματάρχη Γιάννη Δασκαλόπουλου, του μπάρμπα Γιάννη, όπως έλεγε ο Τόλης.
Οι ξένοι, νέοι ως επί το πλείστον (αυτοί κάνουν σκι, εμείς ξεσκί), μαζεύονταν γύρω μας πρώτα για το τάβλι, να βλέπουν πως παίζουμε, να μη καταλαβαίνουν τι λέμε, γιατί μιλούσαμε βλάχικα, να μας κοιτάν περίεργα, αλλά να τους αρέσει η παρέα, να κερνάν κρασί και να θέλουν να μάθουν για την Κορέα. Μετά από παρακάλια και "στην υγειά μας", άρχιζε το παραμύθι.
Με ύφος στρατηγού, ο Τόλης, Θεός σχωρέστον, άρχιζε την ιστορία του πολεμιστή (τάλεγε σε πολλές παρέες, πολλές φορές και με διαφορετική σάλτσα κάθε φορά.
"Φύγαμι που λέτι, απ’ τουν Πιρέα (Πειραιεύς) νύχτα, μι τα φυσικλίκια μας, τον γυλιό μας ουόλα τα υπάρχοντά μας μι ένα πουλύ μιγάλου καράβ. Από πού μας πήγαν, από πού πιράσαμι, πού σταματήσαμι, δεν ξέρου, μα πόσις φουρές έβγαλα τάντιρά μ απ’ τουν μιτό (εμετό) κι ‘ γω κι ου Γούλας ου Μπένας απ’ του Καϊλί, άλλου πράμα.Είκοσι μέρις, τριάντα, δεν θυμούμι πόσου κάναμι. Αμά απου φαϊ κι κρασί άλλου πράμα. Θαρρώ έβαλα πουλές ουκάδις μέχρι να φτάσουμι. Άϊντι ρε παιδιά μ, ουόταν έφτασάμι, μας πήγαν στη Σιούλ (Σεούλ), πλυθήκαμι, αρουματίσκαμι, μας έδωκαν κι ντουλάρια, πήγαμι ιέξουδο στους μπαρμπέρηδες για κούρημα, ξύρισμα, εικί να ιδείς γέλια!!!"
"Πολύ κοντοί ανθρώποι. Να τς δώκεις μιά κι να πάν απέναντι!! Αλλά πολύ ευγενικοί. Ημείς μαθμένοι απου πρόβατα, άλουγα, γρούνια, γιλάδια, να ξουρίζουμέστι στην πρωτεύουσα των Κουρέων; (Κορεατών!!!). Μας βάνει ου Κουρέας, απ’ λέτει, σι μια πουλυθρόνα, ταμάμ να κοιμηθείς, μας κουρέβ, μας ξουρίζ κι μιτά ικεί να ιδείς. Ουόπους είχει ρόδεις η καρέκλα, μας πήγιν στ βρύση κι λέου ιγώ, ωχ Στ Μαρία μ, θα μι πλιβριτώσει ου άτιμους!! Πού να ήξηρα ου έρμους ουότι οι βρύσεις τότις εικεί είχαν κι ζυματιστό κι κρύου νιρό. Ιγώ ήξηρα του βαρέλι, τη σκάφη και του Λιανουβρόχι για λούσιμου, του Πάσχα, τα Χριστούγεννα κι τσ Παναγίας. Μιτά του πλύσιμου, μας βάναν κι αρώματα, που μυρίζαμε σαν τις πουτάνες, αφού κι αγιλούσαμι κι αντριπόμασταν αναμεταξύ μας. Μι τα τέτοια κι μι τ’ άλλα, πήγαμι κι στα "κουρίτσια". Ουόρε μάνα μ , κάτι Αμιρικάνις, άσπρις κι μαύρις, σαν καβάκια αψηλές. Άμα σήκωνανε τα πόδια τσ όμοιαζαν σαν φούρκες απού ουξιά που βάναμι στις καλύβις, στα Χειμαδιά. Ημείς όμως ήμασταν τόσο νταβραντισμένοι, σαν μπικάδις, που πήγαμι βουλίδα μέσα στουν ουντά κι να κι τούτου, κι να κι κείνου είδαν τον "Τόλη" κι αφουβήθκαν, αλλά μας πήραν κι πουλλά ντόλαρσ οι άτιμοι."
"Μας μαζώνει ου Διοικητής μας, ου μπάρμπα Γιάννης, μία μέρα, ιγώ τουν ήξηρα καλά απού δώ. Μας δίνει κουράγιο, ότι πρέπει να φανούμι αντάξιοι των προγόνων μας να μη τουν κάνουμι αριζίλι στουν πόλιμο. Πράγματι, φύγαμι για το μέτωπο και κεί είδαμι τί είνι ου πόλιμος κι πόσο μακρά απου μας να εύχηστι να είνι. Ούτι ύπνουν είχαμι, ούτι φαϊ, μούγκι βόμβις, τουφικιές, πορεία μη τα πόδια τη νύχτα,λάσπη, βρουχή και ότι άλλου κακό φανταστείτι."
"Βαρούσαμι ουόλι νύχτα τα βουνά, μι κανόνια, μι αερόπλανα, κάναμι του πρωϊ έφοδο, μα ούτι ιέναν λαβουμένον ή σκοτωμένον. Μπρέ πού πήγαν; Οι Αμμερικάν απορούσαν. Όλα ήταν σουστά μα πουθινά οι Βόρειοι. Ξεφύτρωναν αλλού!!"
"Για να μη τα πολυλογώ(!!!) και σας κουράζω, τι είχιν γίνει; Οι Βόρειοι είχαν σπάσει τουν κώδικα των συνθημάτων, γιατί ήξηραν καλά Αγγλικά. Έτσι, ακούγοντας στους ασυρμάτους να μιλάνι οι Σύμμαχοι, αφνοί ξαφανίζουνταν, άϊντι να τους βρείς!! Ούτι γάτα, ούτι ζημιά".
"Μαζεύουντι οι Στρατηγοί, κάνουν συσκέψεις, ξανά συσκέψεις, μα το αποτέλεσμα ήταν τίποτα".
"Μια μέρα που μαζεύτηκαν πάλι, τους πρότεινι ου θκόσμας ου Διοικητής κάτι. Του δέχτηκαν μη υποψία οι χαμένοι, γιατί δεν ήξηραν ότι ο μπάρμπα Γιάννης ήταν γάτα με πέταλα. Απου τότις όμως και δω, κι σκοτωμένοι βρίσκαμι κι λαβουμένοι κι αιχμάλωτοι, τους πήραμι φαλάγγι".
"Ποιο ήταν το έξυπνο σχέδιο; Ήταν του εξής: Σι κάθι ασύρματου μηχάνημα, σ’ όλουν τουν συμμαχικό στρατό, ιγγλέζκου, αμιρικάνκου, γαλλικό, έβαλαν απου έναν βλάχου φαντάρου. Δίνουν τα συνθήματα σε μας κι αρχίσαμι στα βλάχικα παραδείγματος χάριν ¨έστ σιάρ πρι μούντιλι ντι φάντζι, σιάπτι μοίρι αστ γκα, όπτου νσούσ φόκ = απόψε στο βουνό με τις οξιές, επτά μοίρες αριστερά, οκτώ πάνω, φωτιά, δηλαδή βομβαρδισμός¨ Μέχρι να καταλάβουν οι οχτροί μας τι λέμε, τι γλώσσα είναι αυτή τους ριμάξαμι. Αυτά κάναμι στην Κουρέα ημείς οι Βλάχοι, φίλοι μ!!!!!!!".
Οι ξένοι χάζευαν τον Τόλη και το κρασί έτρεχε άφθονο στα ποτήρια.
Να σας έχει καλά ο Θεός.
Γιάννης Ντισέλιας (Εφημερίδα ΒΕΡΟΙΑ Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2003
)

Δεν υπάρχουν σχόλια: